11.11.14

Να γελάς

Αλλάζει άραγε η θλίψη σαν πέφτει πάνω σ’ ανεμοστρόβιλους;
Παραδίνονται τ’ ασφάλιστα μάτια στην αγκαλιά του μύθου
άμα βγάλει το χέρι - και ποιο χέρι - τις βελόνες που τα κρατάνε ανοιχτά;


Χέρι. Δάχτυλα.
Δάχτυλος που βυθίζεται στις πληγές
δάχτυλος που στηρίζεται σε κορφές να σηκωθεί
και κάθε φορά λίγο τις βαθουλώνει
σαν άλλη Ρέα τους πόνους της γέννας για ν’ αντέξει.

Επώδυνα γεννιέται η χαρά
μεγαλώνει κι ονοματίζεται με δάκρυ
δώρο μοναδικό της ύπαρξης
που φέρνει και το γέλιο.
Να γελάς μέχρι δακρύων 
τα σπλάχνα να γελούν.
Εκεί η φύση έκρυψε
τα αντικαταθλιπτικά της.


2008




1.11.12

Σε μήνες και σε χρόνια

Να που ο κόσμος συνηγορεί 
Στη σιωπή των φιλιών μας 
Τα φύλλα κρύβονται στα στήθια της γης 
Αλλιώτικος τούτος ο καιρός 
Ούτε μια στάλα άρωμα δεν έχει να στάξει στο κορμί 
 Στου πόνου και της θλίψης την ενέδρα πέφτει αμαχητί 
Σαν πάει να πιάσει ένα κλαδί ουρανό 
Αλλιώτικος κι αυτός ο τόπος 
Το βλέμμα των ματιών σου έβαψε 
Στο στερέωμα της παραίτησης 
Τον πόνο μες στο αίμα σου ταξίδεψες 
Σε μήνες και σε χρόνια 
Αιώνιος κωπηλάτης
 Στα πέλαγα αίθριων λεπτών 
Που υψώνονται και ξαναπέφτουν 
Γεμάτα αλμύρα στα χείλη σου 
Τι   λεπτά   τι  αιώνες 
Κρυστάλλινα αγάλματα του χρόνου οι πληγές μας 
 Τις διαπερνά το βλέμμα μας χωρίς να βλέπει 
Μα η ζωή σκαλώνει πάνω τους 
Κι ανέγνωρο δεντρό ανθίζει 

 Εδώ στον τόπο του δεν ξέρω πού 
Να δίνει καρπούς δεν ξέρω τι 
Μεγαλώνοντας δεν ξέρω πώς

19.7.11

Πού τα' χεις όσα κέρδισες - Μαργαρίτα

Πάψε! δεν αντέχω να ψαχουλεύεις την ψυχή μου.
Με τρομάζεις! Όχι δεν με πονάς. Με τρομάζεις μόνο.
Κοίταξε τα χέρια σου. Τα νύχια σου έχουν χώμα και αίμα.
Ξεραμένο αίμα. Πάψε να γδέρνεις. Μη, μη μου φωνάζεις.
Άκουσα τι είπες. «Που τάχεις όσα κέρδισες. Θα σου πω εγώ.
Δοσμένα τάχεις».
Συγχώρεσε με που δεν φυλάκισα την ματιά μου,
δεν φόρεσα μάσκα κλόουν για να κρατήσω το χαμόγελο δικό μου,
συγχώρεσε με που η αγκαλιά μου ήταν καταφύγιο για να βρουν,
να φωλιάσουν πέτρες καρδιές, συγγνώμη που το άγγιγμα μου
είχε γιατρειά, δίχως ανταμοιβή. Δεν ζήτησα ποτέ μου. Πίστεψε με.
Συγγνώμη που άκουγα τα αναφιλητά απ τα γεράνια.
Και τα χρώματα μου;
Και τα αρώματα μου. Και αυτά τα χάρισα, του πλάστη ήταν.
Σου το έχω πει μάτια μου. Μου χαρίσθηκε η ζωή.
Ξέπλυνε τα χέρια σου. Έλα να πιείς νερό μαζί μου.
Μην μου θυμώνεις. Σε αγαπάω γελαστή μου αδυναμία.


http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Poems&act=details&poem_id=67651


3.6.11

Άλλη ζωή

Παράξενη ζωή.
πάνω σ’ ένα σύννεφο κάθομαι

και βλέπω τον ήλιο
μ’ από κάτω μου
στάζω βροχή.
Μένω στεγνή.
Στις αγάπες που απέτυχαν
ακούγεται το κλάμα μου
σαν άρπα τ’ ουρανού

Ματωμένα τα δάκρυα
στάζουν στα σωθικά μας
γιατί δεν μπορώ αγάπη
δεν μπορώ
να σώσω τα όνειρά μου
ούτε να τ’ αγκαλιάσω.
Κι ακούγεται το κλάμα τους
Σαν άρπα τ’ ουρανού

Παράξενη ζωή.
Αν κάποτε έφτανα τον ουρανό
έλεγα
άλλη ζωή θα ζούσα.



3.3.11

Not enough

Hey love
Are you gonna sleep tonight
Help me
Not to miss another fight
Hey love
Are you loose to fate?
Touch me
Look at my clear face
I gave my all to you
Why is that not enough?
What else should I do?
There’s no limit to touch
I gave my all to you
Yet not even close enough
My deepest dark is grieving
Oh my dark so thick
As if you can be caught
Teach me to feel
Without giving thought
And as the pieces rolling
Shinning spots to the sky
I have to ask why
My shinning part is dying
Hey love
Are you playing with me?
Hold me
For I can’t live no more
So mad I can’t breathe
So lone I can’t sleep
So cold I can’t feel
Hey love
Stop showing off.

Αννούλα, Μαργαρίτα, μετά από τόσο καιρό :)


21.11.10

Κόκκινοι κρύσταλλοι

Με βλέπω να κυλώ…
Μαζί με τα σπασμένα κομμάτια
του καθρέφτη…
Μπήγονται με μανία στο δέρμα μου.
Το χαρακώνουν, το ματώνουν.
Ως γνήσια μαζοχίστρια το απολαμβάνω
Με ζηλευτή μανία.
Μανία.
Ο ουρανός κι η κόλασή μου.
Κάθε σπασμένο κομμάτι μου μιλάει…
Με νιώθει και το νιώθω.
Πονάει και με λυτρώνει.
Με όση δύναμη μου απομένει
σηκώνομαι και τα πατάω.
Με μανία.
Θρύψαλα.
Τίποτα να μη μείνει.
Θρύψαλα η ζωή μου.
Ω ναι. Εγώ τον έσπασα.
Τον καθρέφτη λέω.
Εγώ τον έσπασα.
Χρόνια τον ένωνα.
Τώρα τα θρύψαλα μου ματώνουν τα χέρια.
Το μυαλό μου είναι ήδη ματωμένο.
Απ’ τη μνήμη.
Σαν τον πίνακα του Magritte.
Από τότε που τον είδα είναι σφηνωμένος στο κεφάλι μου.
Ζωγραφισμένος στην ψυχή μου.
Μόνο που οι σταγόνες γίνανε ποτάμι…
Πονάω; Πονάω. Κάθε μέρα και πιο πολύ.
Κάθε μέρα σβήνω πιο πολύ.
Σβήνω με μανία.
Ό,τι απέμεινε είναι στα θρύψαλα.
Τώρα τα καταπίνω με δίψα.
Τίποτα να μη μείνει, τίποτα!
Πώς θα ’θελα να πιω απ΄την πηγή της Λήθης…
Μα πάντα βρίσκομαι στην άλλη…
Αυτή.
Της Μνημοσύνης.

Τώρα απ’ τα μάτια μου δεν τρέχουν δάκρυα.
Τρέχουν κρύσταλλοι.
Κατα
κόκκινοι θρυμματισμένοι κρύσταλλοι.

2007





14.11.10

Απόψε η νύχτα μου

Απόψε η νύχτα μου έχει κεριά
με φλό
γες δάκρυα >προβάλλει φιλμ παραισθήσεων άγρια >κερνάει ποτά και αργοπίνει θυμό >βουτάει φεγγάρια τα φοράει στο λαιμό >Απόψε η νύχτα μου ακούει τραγούδια >χορεύει ροκ, σπάει τακούνια >πετάει λυγμούς, λύνει τα φρένα >κρατάει ανάσες, κλείνει το στόμα >δεν τρώει απάτες
>Απόψε η νύχτα μου >φτύνει τον έρωτα
>σκίζει τα λόγια, ξεριζώνει χαρές >χρωματίζει σκιές, ξεβάφει ψευτιές >ξετυλίγει γάζες αφήνει ανοιχτές τις πληγές
>Ύστερα σκύβει το κεφάλι,
>κάθεται στο πάτωμα >τυλίγει τα χέρια γίνεται μπάλα >που παίζουν τ' αγόρια, >κλωτσάει ευχές, κεντράρει στο τέρμα, >χτυπάει δοκάρι, σκίζεται, παλιά φανέλα
>Απόψε η νύχτα μου δεν έχει αύριο
>μένει εδώ διπλώνεται σαν έμβρυο >αέναη στα σπλάχνα μου να κυοφορεί.
>Μαργαρίτα ψυχή μου μάγισσα...



3.10.10

Το μυστικό των ανθρώπων

Άδειες έμειναν οι λέξεις σαν τις ξεφόρτωσα
σ΄εκείνο το πειρατικό της έλξης
σπάνια λάφυρα
κρυμμένος θησαυρός η έξη
κουρσάρικος γύρος θανάτου

Ποιες λέξεις γιαγιά;
Μίλα καθαρά.
Λέξη, έλξη, έξη.
Το λάμβδα κούρσεψαν;

Η λέξη είναι έλξη
και η έλξη έξη
το λάμβδα ματώνει
σαν το κουρσεύει η έξη.

Μίλησέ μου ακόμα πιο απλά.

Το μυστικό των ανθρώπων κόρη μου
είναι να δείχνεις πως τους αγαπάς।

14/9/2008




26.9.10

Το σπλατς των λέξεων

Απόψε ξεκρέμασα την όραση

Από την αιμάτινη αν και ουράνια σκέπη

Ώρες τα μάτια μου αλληθώριζαν

Κοιτώντας μία-μία τις σταγόνες

Της σημαίνουσας πλάνης μου

Ακούγοντας ώρες το σπλατς

Των λέξεων

Διαλύοντας ερμηνείες

Μεγάλη μου αγάπη

Σταγόνα -σταγόνα

Σ' έστειλα ταξίδι στον ωκεανό

Της ματαίωσης

Χρόνια μου το ψιθύριζε

Το ψιθύρισμα από τον παφλασμό σου

Όταν πάνω σου κολυμπούσα ανάσκελα

Στη λίμνη της πίστης

Πίστη.

Πόσο ξερό και άσχημο το άδειασμά σου.

31.7.10

Εδώ τοίχος

Ψιθύρισα«φεύγω».
Δεν με τεντώνουν οι λέξεις σου
κι εγώ κουράστηκα να ζαρώνω
στην άκρη του ματιού σου.
Να βαθαίνω τις γραμμές
ώσπου να φτάνω μέσα σου.
Κουράστηκα.
Μια γαμημένη παραδοχή είναι.
Μια σήραγγα που ενώνει
το βλέμμα
με το στόμα σου.
Δε μου φτάνει να το νιώθω.
Θέλω να μου το πεις.

«Φύγε.
Κάθε μέρα θα κλείνω τη δίοδο
που ανοίγεις
να μη σε φτάσουν οι λέξεις μου».


Θέλω να σ’ ανατινάξω.
Στον τελευταίο ψίθυρο του φεύγω
θέλω να πάρω μαζί μου την ύλη σου.
Εκείνη που υψώνεις στα φράγματά σου
και δεν αφήνει τη δική μου να περάσει.
Θα σ’ ανατινάξω.
Την επόμενη φορά που θα ακούσω
το δικό σου ψίθυρο…
«Εδώ τοίχος. Να προσέχεις».

7-6-2007


9.6.10

Τα σανδάλια του Οδυσσέα

Σιχάθηκα τους φθόγγους, τους ήχους τους συρόμενους
σε υπόβαθρα υγιή
που πέφτουν προτού τ’ ακουμπήσεις καν
πέφτουν με τους ασύμφωνους ήχους.
Λες κι η αγάπη είναι σύμφωνη με κανόνες
η σιωπή ίδιον των δειλών
οι φωνές ίσον του δίκιου.
Δημιουργία εντυπώσεων
το ωμέγα της ήσυχης συνείδησης
το άλφα της ολιγωρίας
στην εποχή της καρέκλας
πάρε θέση αριστερά
λίγο πιο δεξιά
λίγο πιο πίσω
γύρνα και ανφάς
δεν σε τράβηξα καλά.
Μόνο πορτραίτο δεν θέλω
Όλα τα ψώνια ίδια είναι στο φακό
φαίνεται στο μειδίαμα
στο καταβαλλόμενο καθάριο βλέμμα
το υποβαλλόμενο ταπεινότητας

"Εσύ μια μέρα θα γίνεις μεγάλος και τρανός"
"Όχι, δε θα γίνω ποτέ.
Δωρίζω την εξουσία στους παρασκηνιακούς
-όχι τους γνωστούς άγνωστους του παρασκηνίου-
στους παρασκηνιακούς της ανθρωπιάς
-όχι της καλοσύνης-
της ανθρωπιάς που δε γνωρίζει ίδιον όφελος
και με τραβάει μπροστά".

Αυτά με δίδαξε ο Οδυσσέας
που αργότερα έγινε μεγάλος και τρανός
με ήχους αρμονικούς.
Το μόνο σύρσιμο που ακουγόταν
ήταν από τα σανδάλια του.

13.5.10

Ένα χαμόγελο κάτω από μία σελίδα



Σου χρωστάω…
μια σύνδεση που θα μας φέρει πάλι κοντά.
Μια λέξη αληθινή που βιάστηκα απ’ τον εαυτό μου να κρύψω.
Ένα χορό που σ’ αρνήθηκα.
Δάκρυα που απ’ τον πανικό μου πέτρωσαν.
Εξερευνήσεις κι αναφορά στο cosmo, θυμάσαι;
Σου χρωστάω όσα δίστασα κι όσα δεν είπα.
Όσα δε σου ‘δειξα κι έναν ουρανό που δεν ματώνει.
Σου χρωστάω το μικρό σου σε όλες του τις μορφές.
Καινούριες χαρές κι άλλα λάθη.
Σου χρωστάω να κολλήσω τα κομμάτια του μπουκαλιού.
Ένα χαμόγελο κάτω από μία σελίδα. Κατακόκκινο.
Σου χρωστάω την ψυχή μου...
φοβάσαι;
Μη μου χαρίσεις όσα σου χρωστάω...
φοβάμαι.

Σου χρωστάω μια νύχτα με δονήσεις.
Θα ‘ρθεις;
Μου χρωστάς ένα ναι.
Σου το χαρίζω.
Θα ‘ρθεις;

1/3/2007

..............................

26.4.10

Ληθαίος

πήρα ένα ροδάκινο να
το βουτήξω στην ανάσα σου
οινόπνευμα
οίνος και πνεύμα
γυρεύω το ανάκλιντρο
σ’
ανασκαφές
αρχαίων μύθων
αρχή, αφή
πυρωμένη η γης των χειλιών σου
πακτωμένη η αναπνοή μου
τυχαία διασώζονται όλα
παρουσία στην ανάγκη
απουσία στην ανάγκη
ουσίες υπέρ, υπό, τιμημένες
εξισορροπώ τις νύχτες σου
στην πιο πλούσια λαθρανασκαφή
κρυφά ευρήματα
εξισορροπώ τις νύχτες σου
υπάρχω στα λ
αθραία όνειρα της μνήμης σου
που χύνονται στο Ληθαίο

τη θάλασσα μαζεύω
εξισορροπώ τα νόμιμα όρια των άκρων σου
στα κλεφτά σφυρίζω
σαν πνεύμα σφυρί ζω
σ’ ανασκαφές
πυρωμένη η γης των ματιών σου

12/7/2008

5.2.10

Μ' έπληξαν ανηλεή φιλιά

Τα θέλω μου γδέρνουν τα δέρματα της πλήξης
που βιαστικά πάνω τους άπλωνα
κρέμες μυρωδάτες
λαμπερές ορχιδέες.
Ένα με το δέρμα μου μαδούν
όσο ακόμα αναζητώ την πλήξη
που πέφτει στο πάτωμα
λιμνάζοντας
από τα γυμνά θέλω μου
που στάζουν αίματα θλίψης
κυλιόμενων σκέψεων
αναβράζουσες τύψεις
διαλυμένες στο νερένιο μου σώμα.
Θέλω να πλήξω ξανά.
Όπως εκείνα τα καλοκαίρια
όταν η μέρα έστεκε μαρμαρωμένη
και μόνο η νύχτα σαν τη φιλούσε
έσπαγε τα κομμάτια
εμφανίζοντας ασχημάτιστα ζωή.
Θέλω να τραγουδήσω ξανά
«Τι αφόρητη πλήξη!»
Μα ο μόνος ψίθυρος που μου βγαίνει
είναι
έλα
και το μόνο απίθανα βέβαιο τραγούδι
έχει ένα στίχο…
«μ’ έπληξαν ανηλεή φιλιά»
κι εσύ θα μου λες
αυτός ο στίχος δεν τραγουδιέται.
Ναι.
Αυτός ο στίχος πλήττεται από
βομβαρδισμένες χορδές.
Σε νοιάζει;


16/7/2007

28.1.10

Γκλίτερ

Η κάψα του γυρισμού πασπαλίζει τα πάντα με γκλίτερ.
Σαν εκείνη τη λονδρέζικη μπάλα
που βούτηξα στο νερό
-με όλη την επισημότητα, σαμπάνια, μαξιλαράκι, κεριά, μουσική, τσιγάρο-
και η λάμψη της έκανε μια βδομάδα να φύγει απ’ το σώμα μου.
Το πρόσωπό μου γυαλισμένο λάμπει από επίπλαστη χαρά.

Μου το μαρτύρησε το θαμπό δέρμα,
άμα το τρίψεις λέει πάντα την ασχήμια.
Ούτε τα πολύχρωμα νυχτερινά φώτα βοηθούν.
Τίποτα δεν καλύπτει την κρύπτη της απογύμνωσης
όταν την αναζητά κανείς.

What is now my name, he asked
when he sαw me back
they call me Hopehunter
and what is your kind?
a dead hope driver I am
once you ‘ve killed one
can’ t stop until you find the last.
11/9/2008